ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΩΤΙΤΙΔΑ
Η ωτίτιδα αποτελεί μία από τις πιο συχνές και βασανιστικές παθήσεις της παιδικής ηλικίας, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους γονείς και μεγάλη ταλαιπωρία στα ίδια τα παιδιά. Πρόκειται για τη φλεγμονή του αυτιού, η οποία ανάλογα με το σημείο που εντοπίζεται διακρίνεται κυρίως σε εξωτερική και μέση ωτίτιδα. Ειδικά η μέση ωτίτιδα, που αφορά την περιοχή πίσω από το τύμπανο, εμφανίζεται με ιδιαίτερα μεγάλη συχνότητα στα νήπια και τα παιδιά της πρώτης σχολικής ηλικίας, αποτελώντας μάλιστα τον κύριο λόγο για τον οποίο οι παιδίατροι συνταγογραφούν αντιβιοτικά σκευάσματα.
Οι αιτίες που οδηγούν στην εμφάνιση της ωτίτιδας σχετίζονται άμεσα με την ανατομία του παιδικού σώματος. Η ευσταχιανή σάλπιγγα, ο μικρός δηλαδή σωλήνας που συνδέει το αυτί με το πίσω μέρος του λαιμού, είναι στα παιδιά πιο κοντή, στενή και οριζόντια σε σχέση με τους ενήλικες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια ενός κοινού κρυολογήματος, μιας ίωσης ή λόγω υπερτροφίας στις αδενοειδείς εκβλαστήσεις (τα γνωστά κρεατάκια), τα υγρά και οι βλέννες να παγιδεύονται εύκολα στο μέσο αυτί, δημιουργώντας το ιδανικό υπόστρωμα για την ανάπτυξη ιών και βακτηρίων. Επιπλέον, το ευαίσθητο ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών, που βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση, τα καθιστά πιο ευάλωτα σε τέτοιου είδους λοιμώξεις.
Τα συμπτώματα της ωτίτιδας εκδηλώνονται συνήθως ξαφνικά, με τον πόνο στο αυτί να αποτελεί το κυρίαρχο και πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα. Ο πόνος αυτός είναι οξύς, συχνά παλμικός και τείνει να επιδεινώνεται κατά τη διάρκεια της νύχτας όταν το παιδί ξαπλώνει. Στα πολύ μικρά παιδιά και τα βρέφη που δεν μπορούν να μιλήσουν, η ωτίτιδα υποδηλώνεται από έντονο, απαρηγόρητο κλάμα, ευερεθιστότητα, δυσκολία στον ύπνο και την τάση να τραβούν ή να τρίβουν το αυτί τους. Συχνά η κατάσταση συνοδεύεται από υψηλό πυρετό, προσωρινή μείωση της ακοής, απώλεια όρεξης λόγω του πόνου κατά την κατάποση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί και εκροή υγρού από το αυτί, γεγονός που υποδηλώνει ρήξη του τυμπάνου.
Στην προσπάθεια των γονιών να ανακουφίσουν το παιδί τους χωρίς να καταφεύγουν διαρκώς στη χρήση χημικών φαρμάκων και επαναλαμβανόμενων αντιβιώσεων, η ομοιοπαθητική προσφέρει μια εξαιρετικά αποτελεσματική και ασφαλή εναλλακτική. Η ομοιοπαθητική θεραπεία προσεγγίζει την ωτίτιδα ολιστικά, ενισχύοντας τους φυσικούς μηχανισμούς άμυνας του παιδικού οργανισμού ώστε να αντιμετωπίσει τη φλεγμονή από μόνος του. Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα, όντας εντελώς φυσικά, δεν προκαλούν παρενέργειες, δεν επιβαρύνουν το γαστρεντερικό σύστημα του παιδιού και μπορούν να χορηγηθούν με ασφάλεια ακόμα και σε νεογέννητα βρέφη.
Η επιλογή της κατάλληλης ομοιοπαθητικής αγωγής γίνεται με βάση την ακριβή εικόνα των συμπτωμάτων και τη συμπεριφορά του παιδιού. Για παράδειγμα, ένας έμπειρος ομοιοπαθητικός θα προτείνει διαφορετικό σκεύασμα για ένα παιδί που ξυπνάει τα μεσάνυχτα με ξαφνικό, έντονο πόνο και υψηλό πυρετό, και διαφορετικό για ένα παιδί του οποίου ο πόνος αναπτύσσεται σταδιακά και συνοδεύεται από έντονη έκκριση βλέννας. Το μεγάλο κέρδος της ομοιοπαθητικής δεν είναι μόνο η άμεση ανακούφιση από τα οξέα συμπτώματα, αλλά και η μακροπρόθεσμη δράση της. Μέσω της ιδιοσυστασιακής θεραπείας, η ομοιοπαθητική θωρακίζει το ανοσοποιητικό σύστημα του παιδιού, μειώνοντας δραστικά τη συχνότητα και την ένταση των μελλοντικών επεισοδίων, σπάζοντας έτσι τον φαύλο κύκλο από τις υποτροπιάζουσες ωτίτιδες.
